αἰέλιοι

αἰέλιοι,
A v. ἀέλιοι. [full] αἰέλουρος, v. αἴλουρος. [full] αἰέν, v. ἀεί.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αέλιοι — ἀέλιοι και αἰέλιοι, οι (AM) βαθμός συγγενείας μεταξύ ανδρών, τών οποίων οι σύζυγοι είναι αδελφές σύγγαμπροι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ΙΕ ρίζα *swe , που δηλώνει αυτοπάθεια, πρβλ. ελλ. ἕ (= ἑαυτόν, ήν, ό), με θεματ. επαύξηση l , *swe > *sweli > ἕλιοι,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.